Omer Bartov, Israel: What Went Wrong?, Farrar, Straus and Giroux, Νέα Υόρκη 2026, 256 pp.
[Omer Bartov, Ισραήλ: Τι πήγε λάθος;, μτφρ. Στέφανος Καβαλλιεράκης, πρόλογος Σταύρος Ζουμπουλάκης, Μεταίχμιο, Αθήνα 2026, σελ. 352]
Λίγες εβδομάδες μετά την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023, ο ιστορικός Ομέρ Μπάρτοβ, ενώνοντας τη φωνή του με κάποιους ακόμα μελετητές του Ολοκαυτώματος, προειδοποίησε ότι το Ισραήλ επρόκειτο να προβεί σε γενοκτονία στη Γάζα. Τους επόμενους μήνες, σε άρθρα του στους New York Times, τη New York Review of Books και τον Guardian, σε τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές συνεντεύξεις, καθώς και σε επιστημονικά συνέδρια και δημόσιες ομιλίες, διακήρυσσε ότι το Ισραήλ πράγματι διέπραττε γενοκτονία στη Γάζα. Το σημαντικότερο μέρος του έργου του Μπάρτοβ αφορά τον γερμανικό στρατό στο Ανατολικό Μέτωπο κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, και τη μοίρα των Εβραίων του χωριού της Ανατολικής Γαλικίας, Μπούτσατς, από όπου καταγόταν η μητέρα του, Γεουντίτ (το γένος Ζίμερ).[1] Ο πατέρας του, Χανόχ Μπάρτοβ, ήταν ένας από τους πιο αναγνωρισμένους συγγραφείς του Ισραήλ. Τα μυθιστορήματα του πατρός Μπάρτοβ για την Εβραϊκή Ταξιαρχία στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τις εμπειρίες που καθόρισαν τη «γενιά της Παλμάχ» είχαν σημειώσει μεγάλη επιτυχία.
Ο Ομέρ Μπάρτοβ γεννήθηκε στο Κιμπούτς Έιν Αχορές και μεγάλωσε στο Τελ Αβίβ. Τη δεκαετία του 1980 αποφάσισε να φύγει για τις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου, από το 2000, είναι καθηγητής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Μπράουν. Η πρωτοποριακή έρευνά του για τον ρόλο των απλών στρατιωτών, των τοπικών πληθυσμών και των κοινωνικών μηχανισμών της βίας στο Ολοκαύτωμα συνέβαλε στο να δουν οι ιστορικοί υπό νέο πρίσμα την αλληλεπίδραση μεταξύ ναζιστικής ιδεολογίας, στρατιωτικών δομών και προσωπικής δράσης.

Διαδηλωτές με πανό που γράφει «Σταματήστε τη Γενοκτονία στη Γάζα» σε πορεία αλληλεγγύης με τους Παλαιστίνιους για την 76η επέτειο της «Νάκμπα» στο Παρίσι, 18 Μαΐου 2024. © ΑΠΕ-ΜΠΕ / EPA / Christophe Petit Tesson
Ο Μπάρτοβ έχει γράψει επίσης δοκίμια για τη γενοκτονία, όμως τα κείμενα αυτά, αν και συνάντησαν θετική αποδοχή από τον φιλελεύθερο τύπο, δεν βασίζονται στην επίπονη αρχειακή εργασία που είναι εμφανής σε όσα κείμενά του αφορούν τα γεγονότα στην Ευρώπη κατά την περίοδο του πολέμου. Παρότι δεν εκδόθηκαν ποτέ βιβλία του που να αφορούν την ιστορία του Ισραήλ και να βασίζονται στο είδος αρχειακής έρευνας που θεωρείται επιβεβλημένη για τους ιστορικούς, ο Μπάρτοβ κατάφερε να καθιερωθεί ως αυθεντία στην ισραηλινή πολιτική και ιδιαίτερα στον πόλεμο του Ισραήλ στη Γάζα. Και το κατάφερε αυτό εκμεταλλευόμενος το κύρος που είχε ήδη αποκτήσει με την προηγούμενη σχολαστική ιστορική έρευνά του, για να προσδώσει αξιοπιστία στις απόψεις του για το Ισραήλ και τον πόλεμο στη Γάζα. Το να επικαλείται κανείς το κύρος που έχει αποκτήσει αλλού είναι παλιό και λυπηρό φαινόμενο στη σύγχρονη πνευματική ιστορία, όπου κάποιος με ερευνητικό έργο σε άλλον τομέα μπορεί, παραδείγματος χάριν, να ισχυριστεί ότι «ως ιστορικός» (και σε αυτή την περίπτωση ιστορικός του Ολοκαυτώματος) είναι σε θέση να αναλύσει τα τρέχοντα γεγονότα καλύτερα από άλλους.
Το τελευταίο βιβλίο του Μπάρτοβ, Ισραήλ: Τι πήγε λάθος; (Israel: What Went Wrong?), που κυκλοφόρησε τον Απρίλιο [ταυτοχρόνως και στα Ελληνικά], είναι ένα τέτοιο παράδειγμα. Όποιος διατυπώνει τη σοβαρή κατηγορία της γενοκτονίας, πόσο μάλλον ένας επιστήμονας, φέρει την ευθύνη να την αποδείξει με στοιχεία και να την τεκμηριώσει. Ο Μπάρτοβ, ωστόσο, δεν περιλαμβάνει ούτε μια υποσημείωση που να στηρίζει τους ισχυρισμούς του, ούτε ασχολείται με στοιχεία και επιχειρήματα που θα τους αμφισβητούσαν. Ο αναγνώστης αναγκάζεται να αποδεχθεί τα λεγόμενά του βασιζόμενος αφενός στην αυθεντία ενός συγγραφέα ήδη αναγνωρισμένου σε άλλο ερευνητικό πεδίο, και αφετέρου στη φήμη του εκδότη –ενός από τους καλύτερους στην Αμερική– Farrar, Straus and Giroux. Ο Μπάρτοβ δεν μπαίνει καν στον κόπο να παραθέσει λεπτομερείς υποσημειώσεις και πηγές διότι πιστεύει ότι όσα γράφει είναι τόσο οφθαλμοφανώς αληθινά και ηθικά αδιαμφισβήτητα, που όσοι διαφωνούν είτε αρνούνται τα γεγονότα είτε έχουν χάσει την ηθική τους πυξίδα.
Το κεντρικό επιχείρημα του βιβλίου έχει ως εξής: Αμέσως μετά την επίθεση της Χαμάς στο Ισραήλ στις 7 Οκτωβρίου, την οποία περιγράφει πολύ επιδερμικά και λακωνικά, «το Ισραήλ διακήρυξε την πρόθεσή του και κατόπιν επιχείρησε να αφανίσει τον παλαιστινιακό πληθυσμό που ζει στη Γάζα, εν όλω ή εν μέρει, πράγμα που πληροί τις πιο αυστηρές προϋποθέσεις τις οποίες θέτει η Σύμβαση για τη Γενοκτονία» (σσ. 54-55).[2] Τα στοιχεία που παρουσιάζει σαν απόδειξη του ισχυρισμού του είναι οι οργισμένες –και επιλεκτικά αποσπασματικές– δηλώσεις των ισραηλινών ηγετών για την απάνθρωπη συμπεριφορά των δολοφόνων της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου, όμως ο Μπάρτοβ δεν μπορεί να παρουσιάσει επίσημες δηλώσεις του πρωθυπουργού ή του επίσημου κυβερνητικού εκπροσώπου στις οποίες να εκφράζουν την πρόθεση να «αφανίσουν τον παλαιστινιακό λαό», επειδή τέτοιες δηλώσεις δεν υπάρχουν. Ένα δεδομένο που ο Μπάρτοβ αποσιωπά είναι ότι το Ισραήλ κήρυξε πόλεμο για να νικήσει τη Χαμάς.
Βασικό στοιχείο της πολεμικής του Μπάρτοβ, και σημαντικός λόγος της απήχησής του στον πνευματικό κόσμο, είναι ο ισχυρισμός του ότι το Ισραήλ εκμεταλλεύεται τη μνήμη του Ολοκαυτώματος, και ότι αυτή η εκμετάλλευση της μνήμης έχει μετατραπεί σε δικαιολογία για τις άδικες, έως και εγκληματικές πολιτικές του. Γράφει: «Δεδομένου ότι η σφαγή από την Χαμάς παρουσιαζόταν διαρκώς ως γενοκτονική και τα ισραηλινά μέσα ενημέρωσης περιέγραφαν την Χαμάς ως ναζιστική οργάνωση…, τα διδάγματα του Ολοκαυτώματος» επέβαλλαν ο πόλεμος στη Γάζα να εφαρμοστεί «ως ένα αναπόφευκτα αμείλικτο μέτρο για την αποτροπή ενός νέου Άουσβιτς» (σ. 173). Και τα γράφει αυτά ωσάν να μην είχε αναλυθεί με πλήρεις λεπτομέρειες ο γενοκτονικός χαρακτήρας της επίθεσης της 7ης Οκτωβρίου, σε πλήθος άρθρων στον Τύπο και σε μελέτες όπως η Έκθεση της [Βρετανικής] Κοινοβουλευτικής Επιτροπής για την 7η Οκτωβρίου.[3] Όπως γνωρίζει καλά όποιος έχει διαβάσει το Καταστατικό της Χαμάς[4] ή δηλώσεις της Χαμάς τα τελευταία χρόνια, υπάρχουν πραγματικές συγγένειες μεταξύ της ναζιστικής ιδεολογίας και της ισλαμιστικής ιδεολογίας, και κατά την διάρκεια του Ολοκαυτώματος και στον μακροχρόνιο πόλεμο των Ισλαμιστών για την καταστροφή του Κράτους του Ισραήλ. Είναι ιστορικό γεγονός ότι ο ενθουσιασμός για τον Χίτλερ και τις αντισημιτικές θεωρίες συνωμοσίας της ναζιστικής Γερμανίας αποτέλεσαν βασικό παράγοντα στην ιδεολογία της Χαμάς.
Ως ιστορικός που έχει ασχοληθεί με τον γερμανικό στρατό στο Ανατολικό Μέτωπο κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Μπάρτοβ γνωρίζει καλά τη δράση των ναζιστικών Einsatzgruppen, ή αλλιώς των Ταγμάτων Θανάτου. Ο Ισραηλινός ερευνητής Μιχαέλ Μιλστάιν, βασιζόμενος εν μέρει σε συνεντεύξεις με αιχμάλωτους τρομοκράτες της Χαμάς, μελέτησε την ιδεολογία και την οργάνωση των μονάδων Νούκμπα που δημιούργησε η Χαμάς. Ο Μιλστάιν επεσήμανε τις ομοιότητες με τα ναζιστικά Τάγματα Θανάτου. Ο Μπάρτοβ ωστόσο δεν αναγνωρίζει τα κοινά σημεία μεταξύ των ιδεολογικά καθοδηγούμενων μαζικών δολοφονιών στη ναζιστική Γερμανία και της επίθεσης της Χαμάς.[5] Αρνείται να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα ότι η Χαμάς αποτελούσε υπαρξιακή απειλή για το κράτος του Ισραήλ, και άρα ότι αυτό αγωνιζόταν για την ίδια του την επιβίωση.
Ο Μπάρτοβ υποστηρίζει ότι η εκμετάλλευση της μνήμης του Ολοκαυτώματος ήταν έκδηλη από την εποχή της ίδρυσης του Ισραήλ. Ο Πόλεμος της Ανεξαρτησίας του 1948, μια απάντηση αφενός στον εμφύλιο που είχε ξεκινήσει η Αραβική Ανώτατη Επιτροπή υπό την ηγεσία του συνεργάτη των Ναζί, Αμίν ελ-Χουσέινι, και αφετέρου στην εισβολή από πέντε αραβικές χώρες, απλά και μόνο εμφανιζόταν ως «πράξη υπέρτατης δικαιοσύνης». Στην ουσία, όπως γράφει, το νεοσύστατο Εβραϊκό Κράτος «παγιδεύτηκε σε μια πράξη αδικίας από την ίδρυσή του», δηλαδή «την εκδίωξη 750.000 Παλαιστινίων από τα εδάφη που συγκρότησαν το Κράτος του Ισραήλ και την άρνηση του δικαιώματος επιστροφής τους» (σ. 174). Επειδή αυτό «διαπράχθηκε από Εβραίους που μόλις πρόσφατα είχαν εκτοπιστεί από την Ευρώπη, τα δύο αυτά γεγονότα, η Σοά και η Νάκμπα, συνδέθηκαν άρρηκτα μεταξύ τους». Ωστόσο, «τα εκατέρωθεν θύματα … αρνούνται επίμονα την ωμή πραγματικότητα αυτής της αλληλένδετης σχέσης» (σ. 175).
Ο Μπάρτοβ γράφει ωσάν να παραγνωρίζει εντελώς το γεγονός ότι οι Ισραηλινοί ιστορικοί του 1948, όπως ο Μπένι Μόρις, ο Εφράιμ Καρς και άλλοι, είχαν αποδείξει με τεκμηριωμένα επιχειρήματα ότι δεν «εκδιώχθηκαν» 750.000 Παλαιστίνιοι. Αντιθέτως, συνέβη ένας πόλεμος που τον ξεκίνησαν οι Παλαιστίνιοι ηγέτες, τον κλιμάκωσαν τα Αραβικά κράτη, και τον έχασαν εντέλει και οι δύο. Στη διάρκεια των μαχών εκτοπίστηκαν πράγματι χιλιάδες Παλαιστίνιοι, όπως συμβαίνει σε πολλούς πολέμους, όμως σκοπός των Σιωνιστών δεν ήταν να εκδιώξουν «750.000» ανθρώπους, αλλά να ιδρύσουν κράτος βάσει του ψηφίσματος των Ηνωμένων Εθνών που προέβλεπε ένα εβραϊκό και ένα αραβικό κράτος στην περιοχή της πρώην Βρετανικής Εντολής στην Παλαιστίνη. Η πολεμική του Μπάρτοβ δεν μιλά για τις δράσεις των Αράβων ή των Παλαιστινίων, ούτε για την προσφυγή στα όπλα για την απόρριψη του ψηφίσματος του ΟΗΕ. Ούτε μιλά για τον ρατσισμό των Αράβων ή Παλαιστίνιων Αράβων, τον αντισημιτισμό ή το ότι οι Άραβες αρνούνταν την είσοδο στους μετανάστες σε μια περιοχή όπου υπήρχαν ήδη πολλά αραβικά κράτη. Συνεπώς, υποστηρίζει την ύπαρξη μιας αιτιώδους σύνδεσης μεταξύ του Ολοκαυτώματος –της μαζικής δολοφονίας έξι εκατομμυρίων Εβραίων στην Ευρώπη– και του ιστορικού γεγονότος που οι Παλαιστίνιοι συγγραφείς άρχισαν να αποκαλούν «Νάκμπα»: την ήττα σε έναν πόλεμο από όπου οι Παλαιστίνιοι Άραβες βγήκαν στην πλειονότητά τους ζωντανοί, αν και ηττημένοι. Το να χάνεις έναν πόλεμο είναι τρομερό, αλλά η ήττα των Παλαιστινίων δεν ήταν σε καμία περίπτωση συγκρίσιμη με το Ολοκαύτωμα, και το να χάνεις έναν πόλεμο που ξεκίνησαν οι ηγέτες σου δεν ισοδυναμεί με πράξη αδικίας από την πλευρά του νικητή.
Η οργή του Μπάρτοβ για το Ισραήλ αγγίζει τα όρια του παροξυσμού όταν μιλά για την δήθεν εκμετάλλευση της μνήμης του Ολοκαυτώματος: «Στο τέλος η καταστροφή του Ολοκαυτώματος έγινε, για τους περισσότερους Ισραηλινούς, ένα τεράστιο φύλλο συκής, μια αξιοθρήνητη προσπάθεια να συνδυάσουν την αυτοθυματοποίηση και αυτολύπηση με την αλαζονεία, την ύβρη και την ευφορία της ισχύος, με τη μία πλευρά της εξίσωσης να δικαιολογεί την άλλη. … Οι ηθικοί προβληματισμοί και ενδοιασμοί παραμερίστηκαν ως δευτερεύοντες ή ως αντιπερισπασμοί απέναντι στον υπέρτατο όλεθρο της γενοκτονίας των Εβραίων» (σ. 176). Ο Μπάρτοβ νιώθει αηδία για τους «περισσότερους Ισραηλινούς»· για να το πούμε ωμά. Ισχυρίζεται ότι η εκμετάλλευση της μνήμης του Ολοκαυτώματος ισοδυναμεί με μια εθνική ψύχωση που είναι η κύρια αιτία της ισραηλινής ανηθικότητας. Ο Μπάρτοβ, ο ιστορικός του Ανατολικού Μετώπου, εδώ εξαφανίζεται. Και εμφανίζεται ο Μπάρτοβ, σαν ένας νέος ειδικός που προτείνει μια ψυχαναλυτική εξήγηση για το πώς οι «περισσότεροι Ισραηλινοί» κατακρημνίζονται σε τέτοια επίπεδα ανηθικότητας.

Πινακίδες σχηματίζουν στο έδαφος το σύνθημα «Σταματήστε τη γενοκτονία» κατά τη διάρκεια συγκέντρωσης αλληλεγγύης με τους Παλαιστίνιους στο Μόναχο στις 7 Οκτωβρίου 2024, την επέτειο ενός έτους από την τρομοκρατική επίθεση της Χαμάς στο Ισραήλ. © ΑΠΕ-ΜΠΕ / EPA / Anna Szilagyi
Ο Μπάρτοβ γράφει ωσάν το Ισραήλ να μην αντιμετωπίζει καμία υπαρξιακή απειλή που να μην οφείλεται αποκλειστικά στις δικές του άδικες πολιτικές. Οι αναγνώστες της πολεμικής του δεν θα μάθουν τίποτε για τους πολέμους των κοσμικών αραβικών εθνικιστικών κρατών το 1967 και το 1973, ούτε για τις μακροχρόνιες δράσεις των παλαιστινιακών τρομοκρατικών οργανώσεων υπό την ομπρέλα της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PLO) του Γιασέρ Αραφάτ, ούτε για την υποκινούμενη από θρησκευτικά κίνητρα εχθρότητα της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν, της Χεζμπολά και της Χαμάς. Δεν γίνεται καμία αναφορά στους χιλιάδες Ισραηλινούς που σκοτώθηκαν και τραυματίστηκαν στους παραπάνω πολέμους και τις τρομοκρατικές εκστρατείες, και κατά συνέπεια καμία αναφορά στους απόλυτα βάσιμους φόβους των Ισραηλινών για τη ζωή τους – φόβους που δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με τις μνήμες του Ολοκαυτώματος. Οι φόβοι αυτοί δεν προήλθαν και δεν προέρχονται από κάποιες παρανοϊκές ιδέες για ανύπαρκτες απειλές ούτε από τις μνήμες του Ολοκαυτώματος. Είναι αντιδράσεις σε πραγματικές βόμβες και σφαίρες, καθώς και σε πραγματικές απειλές από πραγματικές κυβερνήσεις και οργανώσεις.
Ο Μπάρτοβ, ο ιστορικός του Ολοκαυτώματος, έχει ξεχάσει όσα δήλωνε ο ίδιος το 2004 στο περιοδικό The New Republic. Εκεί αναγνώριζε τα σημεία στο Καταστατικό της Χαμάς που παραπέμπουν στη ναζιστική ιδεολογία, και το γεγονός ότι οι ηγέτες της οργάνωσης, όπως ακριβώς ο Χίτλερ, εννοούσαν όσα έλεγαν, και εν προκειμένω ότι το 1988 κήρυξαν πόλεμο εναντίον των Εβραίων και του κράτους του Ισραήλ.[6] Τα αντίτυπα του Mein Kampf και των Πρωτοκόλλων των σοφών της Σιών που βρήκαν σε σπίτια στη Γάζα οι στρατιώτες των Ισραηλινών Ενόπλων Δυνάμεων (IDF) δεν ήταν προϊόν της φαντασίας τους, όπως δεν ήταν και οι διάτρητες από σφαίρες κουζίνες και υπνοδωμάτια μετά την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου· ο Μπάρτοβ αποφεύγει να αναφέρει αυτά τα στοιχεία.
Υποστηρίζει ότι ένα από τα αποτελέσματα αυτής της λανθασμένης και ατυχούς εμμονής με τη μνήμη του Ολοκαυτώματος είναι η «επίμονη αποσιώπηση των εγκλημάτων που διαπράχθηκαν από το κράτος του Ισραήλ». Ο Μπάρτοβ αναφέρει τον ιστορικό Νόρμαν Γκόντα και εμένα ως παραδείγματα αυτής της σοβαρής παράλειψης, και επικαλείται ένα άρθρο μας στην Washington Post τον Ιούνιο του 2025.[7] Σύμφωνα με τον Μπάρτοβ οι απόψεις μας «αντικατόπτριζαν μια ευρύτερη τάση που κινδυνεύει να επιταχύνει την περιθωριοποίηση αυτού του πεδίου έρευνας οδηγώντας τελικά σε μία παλινδρόμηση στις απαρχές του, στην αμέσως μετά το 1945 εποχή, ως μια αμιγώς εβραϊκή αναζήτηση μνήμης και ταυτότητας, περιχαρακωμένη από τον υπόλοιπο κόσμο, τόσο από επιλογή όσο και λόγω προσανατολισμού» (σ. 186).
Το πρόβλημα με τα σχόλια του Μπάρτοβ είναι ότι δεν αφορούν την ουσία του άρθρου μας, ως προς τη χρήση και κατάχρηση της κατηγορίας περί γενοκτονίας, ούτε τα επιχειρήματα και στοιχεία που παραθέτουμε για τη σύνδεση μεταξύ της ιδεολογίας της Χαμάς και της πολιτικής μαζικών δολοφονιών που εφαρμόζει. Ούτε αναφέρονται στις δυσκολίες του αντιτρομοκρατικού πολέμου κατά της Χαμάς, ή στο πόσο αναγκαίο είναι να βλέπουμε με σκεπτικισμό τους ισχυρισμούς της Χαμάς για τον αριθμό και τις ταυτότητες των νεκρών και των τραυματιών, ή στη διαφορά μεταξύ του Ισραήλ, που προσπάθησε να περιορίσει τις απώλειες αμάχων κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων με τη Χαμάς, και της Χαμάς που είχε ως στόχο τη μεγιστοποίηση των θανάτων αμάχων. Η προσπάθειά μας να δώσουμε ακαδημαϊκή διάσταση σε κείμενα που απευθύνονται στο ευρύ κοινό δεν οδηγεί στην «περιθωριοποίηση» ενός ερευνητικού πεδίου· αντίθετα, δίνει τη δυνατότητα να αναπτυχθεί ένας σοβαρός και τεκμηριωμένος δημόσιος διάλογος.
Ο καθηγητής Γκόντα και εγώ –που τυγχάνει να είμαστε και οι δύο Εβραίοι– νιώθουμε ευτυχείς για το ότι ανήκουμε σε μια διεθνή ακαδημαϊκή κοινότητα, που περιλαμβάνει Εβραίους και μη Εβραίους, και είμαστε ευγνώμονες προς τους Εβραίους και μη Εβραίους μελετητές των δεκαετιών που ακολούθησαν το 1945, οι οποίοι με θάρρος, ευφυΐα και ευγλωττία θεμελίωσαν την έρευνα για το Ολοκαύτωμα, πολύ πριν γίνει δημοφιλές αντικείμενο μελέτης. Το ότι ο Μπάρτοβ χαρακτηρίζει το έργο τους «μια αμιγώς εβραϊκή αναζήτηση μνήμης και ταυτότητας, περιχαρακωμένη από τον υπόλοιπο κόσμο, τόσο από επιλογή όσο και λόγω προσανατολισμού» συνιστά προσβολή για αυτές τις γενιές ιστορικών, που συνδύαζαν την ιδιαιτερότητα με τον κοσμοπολιτισμό, στων οποίων το έργο στηριζόμαστε όχι μόνον εμείς αλλά και ο ίδιος ο Μπάρτοβ. Όποιες και αν είναι οι προθέσεις του, οι προτάσεις αυτές καταλήγουν να εμφανίζουν τον Μπάρτοβ ως τον «καλό Εβραίο» –μέλος της ευρείας διεθνούς κοινότητας– σε αντιδιαστολή με τους «κακούς Εβραίους», τον Γκόντα και τον Χερφ, που υποτίθεται ότι κλείνονται σε έναν επαρχιωτισμό ή ακόμα και σε ένα πνευματικό γκέτο. Όμως αυτό εκφράζει την οργή ενός επικριτή, όχι ενός επαγγελματία ιστορικού.
Ο Μπάρτοβ παραγνωρίζει τις προθέσεις της Χαμάς ως αιτία του πολέμου. Από τη δημοσίευση του καταστατικού τους το 1988 και σε πολυάριθμες δηλώσεις πριν και μετά την 7η Οκτωβρίου, οι ηγέτες της Χαμάς έχουν εκφράσει την πρόθεσή τους να καταστρέψουν το Κράτος του Ισραήλ με πολεμικά μέσα. Οι πεποιθήσεις τους γίνονταν δημοσίως γνωστές και αποτελούσαν πηγή υπερηφάνειας και πολιτικής ταυτότητας. Αν και δεν δικαιολογεί την επίθεση, λέει ότι «θα ήταν αδύνατο να αγνοήσουμε την επί πενήντα έξι χρόνια κατοχή και καταπίεση εκατομμυρίων ανθρώπων και τον δεκαεξαετή αποκλεισμό της Γάζας χωρίς συνέπειες», συνέπειες που «ξέσπασαν με ορμή πάνω μας στις 7 Οκτωβρίου» (σ. 71). Ωστόσο, η Χαμάς έχει επανειλημμένως ξεκαθαρίσει από το 1988 ότι η αντίθεσή της δεν είναι στην ισραηλινή πολιτική στη Δυτική Όχθη ή στη Γάζα. Η αντίθεσή της είναι στην ίδια την ύπαρξη του Ισραήλ ως αποτέλεσμα της νίκης του στον πόλεμο του 1948. Αναφέρεται δε στον «αποκλεισμό» της Γάζας ωσάν η Χαμάς να μην είχε εγκαθιδρύσει μια μικρή δικτατορία το 2007 και να μην είχε συντρίψει τους αντιπάλους της στην Παλαιστινιακή Αρχή, λαμβάνοντας εντούτοις εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια οικονομικής βοήθειας από το Κατάρ μέσω Ισραήλ και Ηνωμένων Εθνών. Ο αποκλεισμός ήταν τόσο διάτρητος που επέτρεψε στη Χαμάς να κατασκευάσει το πιο εξελιγμένο υπόγειο δίκτυο σηράγγων στη σύγχρονη στρατιωτική ιστορία και να προμηθεύεται παράνομα όπλα και δομικά υλικά μέσω σηράγγων εφοδιασμού στα σύνορα με την Αίγυπτο.

Διαδηλωτές με παλαιστινιακή σημαία και πανό «Σταματήστε την αιματηρή γενοκτονία του Ισραήλ!!! Κατάπαυση του πυρός τώρα», σε συγκέντρωση στο Βερολίνο, στις 25 Οκτωβρίου 2024. Η συγκέντρωση είχε κεντρικό σύνθημα «Σταματήστε τη γενοκτονία στη Γάζα και στον Λίβανο!». © ΑΠΕ-ΜΠΕ / EPA / Clemens Bilan
Για τον Μπάρτοβ, μια σημαντική παράμετρος για να καταλάβουμε τι πήγε λάθος με το Ισραήλ αφορά τους ίδιους τους Ισραηλινούς. Κάνει λόγο για «πλήρη αδυναμία της ισραηλινής κοινωνίας να νιώσει την παραμικρή ενσυναίσθηση για τον πληθυσμό της Γάζας» στο διάστημα των πολλών μηνών που διήρκεσε ο πόλεμος του Ισραήλ εναντίον της Χαμάς. «Η πλειονότητα» των Ισραηλινών «όπως φαινόταν δεν ήθελε καν να γνωρίζει τι συνέβαινε στη Γάζα, και αυτή η επιθυμία αντικατοπτριζόταν ξεκάθαρα στην τηλεοπτική κάλυψη» (σσ. 85-86). Γράφει τα παραπάνω σαν να ξεχνά ότι κάθε εβδομάδα χιλιάδες Ισραηλινοί κατέβαιναν σε διαδηλώσεις εναντίον του πολέμου που είχε κηρύξει η ισραηλινή κυβέρνηση, ζητώντας συγχρόνως την επιστροφή των ομήρων που είχε συλλάβει η Χαμάς, και σαν να μην υπήρχε η σαφώς αριστερού προσανατολισμού ναυαρχίδα της ισραηλινής κοινής γνώμης, Haaretz, και η αδιάκοπη κριτική της στην κυβέρνηση Νετανιάχου. Εννοείται πως όσοι συμμετείχαν κάθε Σάββατο στις διαδηλώσεις, στο Τελ Αβίβ και αλλού, θα πρέπει να είχαν πρόσβαση σε μη λογοκριμένα δημοσιεύματα των μέσων ενημέρωσης τα οποία τους ωθούσαν στη διαμαρτυρία.
Ο Μπάρτοβ αποκηρύσσει όσους προειδοποιούσαν –όπως ο τότε Πρόεδρος των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν– για την εξάπλωση του αντισημιτισμού μετά την 7η Οκτωβρίου. Ο Μπάιντεν, σύμφωνα με τον Μπάρτοβ «είχε προβεί στην λανθασμένη ταύτιση ανάμεσα στην κριτική απέναντι στην αδικαιολόγητη ισραηλινή πολιτική, η οποία οδήγησε στην αδιάκριτη –και όπως τελικά αποδείχθηκε εσκεμμένη– καταστροφή ανθρώπινων ζωών και περιουσιών στην Λωρίδα της Γάζας, και στον αντισημιτισμό, μια απεχθή στάση που σπάνια συναντάμε στις πολυάριθμες διαμαρτυρίες φοιτητών και άλλων, σε ολόκληρο τον κόσμο» (σ. 107). Όμως η κατηγορία για «αδιάκριτη» και «εσκεμμένη καταστροφή ανθρώπινων ζωών και περιουσιών στη Λωρίδα της Γάζας» θα μπορούσε να διατυπωθεί μόνο από έναν ιστορικό, και όχι από έναν οργισμένο επικριτή, και μόνο μέσα από πολλές σελίδες αναλύσεων, πολυάριθμες υποσημειώσεις και τη λεπτομερή ανάπτυξη ενός αιτιώδους συλλογισμού. Ένας ευσυνείδητος ερευνητής θα μελετούσε το κατά πόσο η προτροπή για καταστροφή του κράτους του Ισραήλ είναι μορφή αντισημιτισμού.
Όχι όμως ο Μπάρτοβ. Εκείνος απλώς θεωρεί ότι τα λεγόμενα του Μπάιντεν περί του συναισθήματος του αντισημιτισμού ήταν υπερβολικά και το ότι το Ισραήλ καταστρέφει «αδιακρίτως» ήταν μια προφανής αλήθεια με την οποία θα διαφωνούσε μόνο κάποιος ηθικά ανόητος ή πολιτικά κυνικός. Αγνοεί έτσι τις προσπάθειες του Ισραήλ διαχωρισμού των μαχητών από τους αμάχους. Παραλείπει να αναφέρει τα χιλιάδες τηλεφωνήματα και γραπτά μηνύματα με τα οποία ο ισραηλινός στρατός έδινε οδηγίες στους αμάχους στη Γάζα για να εγκαταλείψουν περιοχές όπου θα γίνονταν στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον της Χαμάς, παρ’ όλο που αυτό σήμαινε την απώλεια του στοιχείου του αιφνιδιασμού το οποίο είναι τόσο σημαντικό για την επιτυχία στον πόλεμο.[8] Στην προσπάθειά του να βρει ένα παράδειγμα πολέμου που πλήττει αδιακρίτως μαχητές και αμάχους, ο Μπάρτοβ ίσως δεν έψαξε μακρύτερα από την κυβέρνηση του Μπασάρ Άσαντ στη Συρία, όμως αυτό δεν το αναφέρει και αποκρύπτει τη διαφορά.
Ο Μπάρτοβ παραβλέπει επίσης τις αναλύσεις των στρατιωτικών και ειδικών σε θέματα ασφαλείας, από το Ισραήλ και άλλες χώρες, οι οποίοι ασχολούνται με την τρομερή δυσκολία της καταπολέμησης μιας τρομοκρατικής οργάνωσης που αναπτύσσεται από ένα υπόγειο φρούριο, χρησιμοποιεί αμάχους ως ανθρώπινες ασπίδες, δεν κατασκευάζει καταφύγια για να τους προστατεύσει και διεξάγει πόλεμο μέσα ή κάτω από νοσοκομεία, σχολεία, τζαμιά και ιδιωτικές κατοικίες. Παρότι εκμεταλλεύεται τις παλιότερες μελέτες του, για τους στρατούς των Γερμανών και του Άξονα στην Ανατολική Ευρώπη κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, είναι αξιοσημείωτο ότι στην πολεμική του δεν εξετάζει καθόλου την πραγματικότητα του πολέμου στο αστικό περιβάλλον. Παραγνωρίζει επίσης τη δημόσια γνωστή στρατηγική πολέμου της Χαμάς, η οποία δέχεται κυνικά το ενδεχόμενο του θανάτου αμάχων προκειμένου να κερδίσει έναν προπαγανδιστικό πόλεμο εναντίον του Ισραήλ.[9]
Βεβαίως, ο Μπάρτοβ αφιερώνει και κάποιες, ελάχιστες, σελίδες στην ιστορία του αντισημιτισμού, όμως αυτές δεν προσφέρουν κάτι περισσότερο από πολλές άλλες μελέτες. Δεν δέχεται ότι ο αντισημιτισμός ήταν εμφανής στις διαδηλώσεις εναντίον του Ισραήλ που ακολούθησαν την 7η Οκτωβρίου. Γράφει ότι η συντριπτική πλειονότητα των διαδηλωτών στις ΗΠΑ «δεν επιδοκίμαζε τα εγκλήματα της Χαμάς, αλλά καταδίκαζε τη συνεχιζόμενη μαζική καταστροφή της Γάζας από τον Ισραηλινό Στρατό με την χρήση αμερικανικών αεροσκαφών και βομβών» (σ. 108). Στην πράξη βέβαια, «η συντριπτική πλειονότητα» όσων συμμετείχαν στις διαμαρτυρίες και στις καταλήψεις στις αμερικανικές πανεπιστημιουπόλεις φώναζε «Λευτεριά στην Παλαιστίνη από τον Ποταμό ως τη Θάλασσα!».[10] Το να φωνάζει κανείς το σύνθημα αυτό, και μέσα στο συγκεκριμένο πλαίσιο, εκφράζει αδιαμφισβήτητα την υποστήριξη στους δηλωμένους στόχους της Χαμάς – δεν αποσκοπούσε μόνο στο να αναγκάσει το Ισραήλ να δώσει τέλος στις πολιτικές του στη Δυτική Όχθη και στις εχθροπραξίες εναντίον της Χαμάς, αλλά και στο να καταστρέψει το Κράτος του Ισραήλ με τη βία. Αν πετύχαιναν τους στόχους τους, ένας τέτοιος πόλεμος θα οδηγούσε στον θάνατο εκατοντάδες χιλιάδες Ισραηλινούς, όχι μόνο 1.200. Αν τα συνθήματα υπέρ ενός τέτοιου πολέμου δεν συνιστούν μορφή αντισημιτισμού, τότε ο όρος χάνει το νόημά του.
Ο Μπάρτοβ διαφωνεί επίσης με τον ορισμό του αντισημιτισμού που δίνει η Διεθνής Συμμαχία Μνήμης του Ολοκαυτώματος (International Holocaust Remembrance Alliance – IHRA). Κατά τη γνώμη του είναι «θεμελιωδώς λανθασμένος» στον βαθμό που αφήνει να εννοηθεί ότι «η αντίθεση στον Σιωνισμό, ακόμη και στον καταστροφικό, ρατσιστικό Σιωνισμό της εβραϊκής υπεροχής που εκπροσωπεί ο πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου και η εξτρεμιστική κυβέρνησή του, ισοδυναμεί με αντισημιτισμό» (σσ. 108-109). Στην πραγματικότητα, ο βασικός συγγραφέας του ορισμού ήταν ο διακεκριμένος, φιλελεύθερος εκλιπών ιστορικός του Ολοκαυτώματος, Γεούντα Μπάουερ, όχι ο Μπενιαμίν Νετανιάχου.[11] Ο Μπάρτοβ μιλά περιφρονητικά για τις «προσπάθειες του Ισραήλ να επιβάλει τον ορισμό [για τον αντισημιτισμό] του IHRA σε άλλες κυβερνήσεις» (σ. 110) και τις συνδέει με την τάση του Ισραήλ να «συνεργάζεται» με δεξιές κυβερνήσεις στην Ουγγαρία, τη Ρωσία, την Ινδία, την πτέρυγα MAGA του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, την Εθνική Συσπείρωση της Γαλλίας, την Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) και τον ίδιο τον Πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ.
Ο Μπάρτοβ γράφει ωσάν να έχει η μικρή αυτή χώρα, το Ισραήλ, τη δύναμη ή την πρόθεση να «φορτώσει με το ζόρι» έναν ορισμό μιας λέξης στις άλλες κυβερνήσεις. Δεν αναφέρει ότι από τον Ιούλιο του 2025 –πολύ πριν την έκδοση του βιβλίου του– σαράντα Δημοκρατίες, που περιλάμβαναν την Αυστραλία, τον Καναδά, τη Βρετανία, τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ολλανδία, την Πολωνία και τις ΗΠΑ, είχαν συμφωνήσει να υιοθετήσουν τον ορισμό της IHRA.[12] Με βάση αυτόν τον ορισμό, κάθε προσπάθεια άρνησης του δικαιώματος αυτοδιάθεσης των Εβραίων με τη μορφή της ύπαρξης του Κράτους του Ισραήλ αποτελεί στην ουσία μια μορφή αντισημιτισμού. Ο Μπάρτοβ δεν λέει στους αναγνώστες του ότι υπήρχαν πολλοί καλά ενημερωμένοι πολιτικοί και κυβερνητικοί αξιωματούχοι σε φιλελεύθερες δημοκρατίες ανά τον κόσμο, που συμφωνούσαν με τον Μπάουερ.
Ένας από τους λόγους για τους οποίους ο Μπάρτοβ απορρίπτει τον ορισμό της IHRA, είναι η εχθρότητά του προς το εβραϊκό κράτος. Αν και το Ισραήλ φιλοδοξούσε να γίνει ένα ασφαλές καταφύγιο για τους Εβραίους, αντίθετα έχει μετατραπεί «στο πιο επικίνδυνο μέρος για τους Εβραίους σε ολόκληρο τον κόσμο, καθώς η επιθυμία των Παλαιστινίων να επιστρέψουν στις εστίες τους και η αδιάλλακτη άρνηση του Ισραήλ να μοιραστεί τη γη, βρίσκονται στον πυρήνα της βίας».[13] Το Ισραήλ αποτελεί «σήμερα το ιδανικό πρόσχημα για τους αντισημίτες παντού, ένα έθνος του οποίου ο εθισμός στη βία και την καταπίεση, η εξάρτησή του από την δύναμη των μεγάλων κρατών και την οικονομική ισχύ, καθώς και η συνεχής επίκληση της φρίκης του Ολοκαυτώματος ως άλλοθι για την ανεξέλεγκτη βία εναντίον των Παλαιστινίων, κάνουν ακόμη και ορισμένους από τους μέχρι πρότινος υποστηρικτές του να αποστρέφουν το βλέμμα με αμηχανία, ή με φρίκη και αποτροπιασμό» (σσ. 135-136).
Ίσως για κάποιους αναγνώστες τα παραπάνω να δικαιολογούν τον αντισημιτισμό, και ίσως κάποιοι Εβραίοι να πιστεύουν ότι αν δεν υπήρχε το Ισραήλ, η ζωή τους δεν θα κινδύνευε από αντισημιτικές απειλές. Με τις παραπάνω προτάσεις ο Μπάρτοβ αποδέχεται έμμεσα ως θεμιτή την επιθυμία των Παλαιστινίων να «επιστρέψουν στις εστίες τους», σαν να μην είχαν απορρίψει επανειλημμένα προσφορές για τη δημιουργία δικού τους κράτους, και σαν ο επιθετικός πόλεμος εναντίον του νέου κράτους του Ισραήλ, τον οποίο ξεκίνησαν το 1948 και εντέλει έχασαν, να μην έχει καμία περαιτέρω συνέπεια. Πρόκειται όμως για ένα σύνθετο ζήτημα για το οποίο πολλοί ιστορικοί έχουν γράψει σοβαρές μελέτες. Ο Μπάρτοβ, ο οργισμένος επικριτής, θεωρεί ότι στην «ουσία της βίας» βρίσκεται η «αδιάλλακτη άρνηση του Ισραήλ να μοιραστεί τη γη» (σ. 136). Οι υπερβολικές εκφράσεις στις οποίες καταφεύγει, για τον «εθισμό ενός έθνους στη βία και την καταπίεση», μπορεί να καταλήξουν να αναπαράγονται από αντισημίτες που χαίρονται όταν συναντούν έναν ακόμη καθηγητή ισραηλινής καταγωγής που προτίθεται να προβεί σε τέτοιες δηλώσεις και έναν έγκριτο εκδοτικό οίκο της Νέας Υόρκης που προτίθεται να συνδέσει το όνομά του με αυτές.
Ο Μπάρτοβ αποδεικνύει ότι μπορεί κάποιος να γράφει για το Ολοκαύτωμα και τη γενοκτονία χωρίς να είναι εξοικειωμένος με την επιστημονική έρευνα για τον αντισημιτισμό. Η έλλειψη γνώσης του αποδεικνύεται από τα σχόλιά του για το θέμα. Γράφει, παραδείγματος χάριν, ότι η άνοδος κομμάτων όπως το AfD στη Γερμανία «διαψεύδει τον ισχυρισμό ότι η σημερινή έξαρση του αντισημιτισμού οφείλεται κυρίως στους μετανάστες, ιδίως από αραβικές και μουσουλμανικές χώρες, καθώς και στην Αριστερά. Οι ρίζες του αντισημιτισμού βρίσκονταν ανέκαθεν στη Δεξιά, … πρωτίστως σε ακροδεξιά, ρατσιστικά στοιχεία που προωθούν τη λευκή υπεροχή» (σ. 170). Εδώ ο Μπάρτοβ βασίζεται στην άγνοια των αναγνωστών του. Οι «ρίζες του αντισημιτισμού» ήταν φυσικά στη Δεξιά, αλλά όχι «πάντα» και σίγουρα όχι μόνο. Στην πραγματικότητα, υπάρχει μια παράδοση αριστερού αντισημιτισμού από τον Βολταίρο και τον Μαρξ μέχρι τον Στάλιν, η οποία συνέδεε απαξιωτικά τους Εβραίους με τον μισητό καπιταλισμό. Στις εκκαθαρίσεις του Στάλιν που στρέφονταν «εναντίον του κοσμοπολιτισμού» την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, οι «Σιωνιστές» κατηγορήθηκαν ότι συμμετείχαν σε μια αμερικανο-ιμπεριαλιστική συνωμοσία για την ανατροπή των κομμουνιστικών κυβερνήσεων. Οι κατηγορίες αυτές οδήγησαν σε συλλήψεις και εκτελέσεις Εβραίων, και τις ακολούθησαν δεκαετίες αντισιωνιστικής και αντισημιτικής προπαγάνδας του σοβιετικού μπλοκ, η οποία εξαπλώθηκε σε ολόκληρο τον κόσμο.[14] Ο Μπάρτοβ αποσιωπά επίσης το σύντομο κεφάλαιο της σοβιετικής και κομμουνιστικής υποστήριξης για την ίδρυση του Κράτους του Ισραήλ.[15]
Στις μέρες μας υπάρχει πλέον εκτεταμένη επιστημονική βιβλιογραφία για τις αντισημιτικές απόψεις που εκφράζονται από μουσουλμάνους πρόσφυγες στην Ευρώπη,[16] κάτι που ο Μπάρτοβ αγνοεί. Αγνοεί επίσης το τεράστιο ερευνητικό έργο που αφορά τις ισλαμικές και ισλαμιστικές μορφές αντισημιτισμού που εμφανίστηκαν στην Αίγυπτο με τον σχηματισμό της Μουσουλμανικής Αδελφότητας τη δεκαετία του 1930. Γράφει ωσάν να μην υπήρχαν δηλωμένοι εχθροί των Εβραίων όπως ο Χατζ Αμίν ελ-Χουσέινι, ο Σαγίντ Κουτμπ, ο Αγιατολάχ Χομεϊνί, ο Γιουσούφ αλ-Καραντάουι και ο Αγιατολάχ Χαμενεΐ, καθώς και οι πολυάριθμες δηλώσεις της Χαμάς, της Χεζμπολά και της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν.[17] Όλοι οι σοβαροί ιστορικοί του αντισημιτισμού γνωρίζουν πλέον ότι το μίσος εμφανίζεται σε δεξιά, αριστερή και ισλαμιστική μορφή, και αν δεν το γνωρίζουν αυτό σημαίνει ότι δεν παρακολουθούν τις εξελίξεις στον τομέα τους. Ο Μπάρτοβ αγνοεί το σχετικό επιστημονικό έργο.
Προβαίνει άραγε ο Μπάρτοβ σε αναληθείς ισχυρισμούς για την τέχνη του ιστορικού; Σαφώς. Σε ένα κεφάλαιο με τίτλο «Το σύνδρομο του “ποτέ ξανά”», ισχυρίζεται ότι υπάρχει «επιστημονική ομοφωνία» που «εντάσσει τη μαζική δολοφονία των Εβραίων από τους Ναζί στο πλαίσιο μιας σειράς νεότερων γενοκτονιών, η οποία ξεκινά ενδεχομένως ήδη από την εξόντωση των πληθυσμών Χερέρο και Νάμα στη Γερμανική Νοτιοδυτική Αφρική [σημερινή Ναμίμπια]» (σ. 153-154), και έτσι αποδεικνύει ότι το Ολοκαύτωμα δεν είναι μοναδικό, αλλά πρέπει να εξετάζεται στο «ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο» της αποικιοκρατίας και της αντιαποικιακής ιστορίας. Στην πραγματικότητα, τέτοια επιστημονική ομοφωνία δεν υπάρχει. Υπάρχουν εκείνοι που έχουν προβεί σε αντίστοιχους ισχυρισμούς εδώ και δεκαετίες, όμως οι περισσότεροι ιστορικοί του Ολοκαυτώματος αμφισβητούν την υπόθεση ότι οι ρίζες του σχεδίου εξόντωσης των Ευρωπαίων Εβραίων βρίσκονται στην αποικιοκρατία. Βεβαίως, η πολιτική των Ναζί στην Ανατολική Ευρώπη κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο αποτελούσε μια μορφή φυλετικού, ηπειρωτικού ιμπεριαλισμού, που επιδίωκε να αντικαταστήσει τους λαούς της Ανατολικής Ευρώπης με Γερμανούς αποίκους. Όμως η συντριπτική πλειονότητα των ιστορικών του Ολοκαυτώματος –της «Τελικής Λύσης του Εβραϊκού Ζητήματος στην Ευρώπη»– συγκλίνει στο ότι η πολιτική αυτή ήταν αποτέλεσμα της ριζοσπαστικοποίησης του προαιώνιου αντιεβραϊκού μίσους στη Γερμανία και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, σε συνδυασμό με τη διάδοσή του στις ευρείες μάζες υπό τη μορφή φυλετικών θεωριών αντισημιτισμού από τον δέκατο ένατο αιώνα και μετά, και τον πολιτικό εξτρεμισμό που γεννήθηκε κατά την πολιτική και οικονομική κρίση της Γερμανίας μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Επιπλέον, η επικρατούσα άποψη μεταξύ των ιστορικών του Ολοκαυτώματος ήταν ότι διαφωνούν με τις ευρέως διαδεδομένες προσπάθειες της άκρας Δεξιάς αλλά και της άκρας Αριστεράς να αποκρυφθούν οι ρίζες του Ολοκαυτώματος στην γερμανική και ευρωπαϊκή ιστορία. Ωστόσο πολλοί –και πιθανώς οι περισσότεροι– από τους αναγνώστες του Μπάρτοβ και τους καλούς δημοσιογράφους που αναπαράγουν τους ισχυρισμούς του, δεν γνωρίζουν αυτή την επιστημονική έρευνα.
Στο κεφάλαιο με τον υποβλητικό τίτλο «Περί της σφαγής των παιδιών», ο Μπάρτοβ καταγγέλλει «την πρωτοφανή αδιαφορία των Ισραηλινών πολιτών για τη μαζική σφαγή Παλαιστινίων αμάχων, συμπεριλαμβανομένων χιλιάδων παιδιών, στη Γάζα επί σειρά μηνών», μια αδιαφορία που θεωρεί ότι οφείλεται στις «συνεχείς εκκλήσεις για εκδίκηση που προβάλλουν οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι και στρατηγοί και τις οποίες προωθούν τα μέσα ενημέρωσης» (σ. 194). Δεν έχω άποψη για το περιεχόμενο που δημοσιεύεται σε μεγάλα ενημερωτικά έντυπα και μέσα ενημέρωσης στην Εβραϊκή γλώσσα, αλλά στις σελίδες της αγγλικής έκδοσης της Haaretz, της The Jerusalem Post ή των Times of Israel δεν διακρίνεται μια τέτοια αδιαφορία. Και πάλι, ο οργισμένος επικριτής στηρίζει την κατηγορία του για «πρωτοφανή αδιαφορία» ενός πλήθους που περιγράφει γενικά ως «Ισραηλινοί πολίτες», σε ανεπαρκή και ανεκδοτολογικά στοιχεία. Ένας ιστορικός θα ήταν πολύ επιφυλακτικός στο να αποδώσει συλλογικά ευθύνες σε «Αμερικανούς», «Βρετανούς», «Γερμανούς» ή οποιαδήποτε άλλη εθνική ομάδα πολιτών. Ο Μπάρτοβ εγκαταλείπει κάθε μέτρο αυτοσυγκράτησης. Οι Ισραηλινοί ηγέτες σίγουρα κήρυξαν τον πόλεμο με σκοπό να νικήσουν τη Χαμάς και να τερματίσουν τις δυνατότητες που είχε, όπως διακήρυτταν οι ηγέτες της, να επιτεθεί ξανά στο Ισραήλ. Αυτό, ωστόσο, δεν είναι έκκληση για εκδίκηση. Ο κατάλληλος όρος είναι αυτοάμυνα, μια πολιτική την οποία θα έπρεπε να υιοθετεί κάθε κράτος που νοιάζεται για τη ζωή των πολιτών του.
Το καλοκαίρι του 2025, το Κέντρο Στρατηγικών Σπουδών Μπεγκίν-Σαντάτ στο Πανεπιστήμιο Μπαρ Ιλάν δημοσίευσε μια μελέτη 300 σελίδων με τίτλο «Απομυθοποιώντας τους ισχυρισμούς περί γενοκτονίας: Μια επανεξέταση του πολέμου Ισραήλ-Χαμάς από τις 7 Οκτωβρίου 2023 έως την 1η Ιουνίου 2025», την οποία έγραψαν από κοινού καθηγητές από το Εβραϊκό Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ, το Πανεπιστήμιο του Τελ Αβίβ, το Κολλέγιο Σαλέμ και ένας δικηγόρος με εμπειρία στο διεθνές δίκαιο δικαιωμάτων του ανθρώπου.[18] Οι συγγραφείς αμφισβήτησαν την κατηγορία για γενοκτονία, καθώς και τις κατηγορίες για πρόκληση λιμού και δυσανάλογη χρήση βίας, και έθεσαν το ζήτημα της αξιοπιστίας των γεγονότων και των στατιστικών στοιχείων που παρείχε το Υπουργείο Υγείας της Χαμάς. Ένας ιστορικός που διατυπώνει κατηγορίες για γενοκτονία θα έπρεπε πρώτα να συμβουλευθεί μια τέτοια μελέτη. Ο ίδιος ιστορικός θα έπρεπε επίσης να μελετήσει τα επιχειρήματα που προέβαλαν οι δικηγόροι του Ισραήλ ενώπιον του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου ως απάντηση στις κατηγορίες που διατύπωσε η Νότια Αφρική.[19] Ο Μπάρτοβ δεν κάνει τίποτε από τα δύο.
Μάλιστα, όταν πρόκειται να επιτεθεί σε Ισραηλινούς, ο Μπάρτοβ επιστρατεύει το βαρύ πυροβολικό της ρητορικής: το επιχείρημα περί «αδυναμίας των Ισραηλινών σχολιαστών, των δημοσιογράφων και του κοινού γενικότερα να φανταστούν τα παιδιά της Παλαιστίνης να κομματιάζονται από βόμβες αμερικανικής κατασκευής» θυμίζει τα σχόλια της Χάνα Άρεντ για τον Άντολφ Άιχμαν ότι «η σύγχρονη γενοκτονία είναι σε τελευταία ανάλυση προϊόν μιας αποτυχίας της φαντασίας» (σ. 210). Σύμφωνα με τον Μπάρτοβ, «η φαντασία των Ισραηλινών παρέμεινε προσηλωμένη στη σφαγή της 7ης Οκτωβρίου και τη φαντασιακή της σύνδεση με το Ολοκαύτωμα, ενώ οι φρικαλεότητες που διαπράχθηκαν στη Γάζα κυριολεκτικά λογοκρίθηκαν από τα μέσα ενημέρωσης και αποκλείστηκαν σκόπιμα από τη συλλογική φαντασία. Υπ’ αυτή την έννοια, η αδιαφορία των Ισραηλινών για τη δολοφονία των παιδιών της Παλαιστίνης είναι επίσης προϊόν μιας υπερβολικής, αυτάρεσκης και πορνογραφικής εμμονής με τον προσωπικό τους πόνο και οδύνη» (σ. 210). Τα λόγια αυτά γράφτηκαν από κάποιον που δεν αντιλαμβάνεται ούτε τη σοβαρότητα της αποτραπείσας γενοκτονίας της 7ης Οκτωβρίου ούτε το πόσο έντονα απασχόλησε τον δημόσιο διάλογο εντός του Ισραήλ ο πόλεμος στη Γάζα.

Διαδηλωτές με πανό «Ελευθερία για την Παλαιστίνη. Σταματήστε τη γενοκτονία στη Γάζα» στο Βερολίνο, 24 Αυγούστου 2024. Η διαδήλωση πραγματοποιήθηκε με το σύνθημα «Αλληλεγγύη με την Παλαιστίνη. Σταματήστε τη γενοκτονία. Όχι όπλα για το Ισραήλ». © ΑΠΕ-ΜΠΕ / EPA / Clemens Bilan
Ο Μπάρτοβ νομίζει ότι μπορεί να αντιληφθεί αυτό που αποκαλεί «φαντασία των Ισραηλινών», μια κατ’ αυτόν στερεοτυπική και ενιαία νοοτροπία που χαρακτηρίζει όλους ή τους περισσότερους Ισραηλινούς, την οποία περιγράφει ως «υπερβολική, αυτοαναφορική, και πορνογραφική εμμονή» τους (σ. 210). Μόνο ένας οργισμένος επικριτής που αρνείται να αντιληφθεί τη σοβαρότητα των πράξεων της Χαμάς έναντι των Ισραηλινών, τον βαθύ σαδισμό της δολοφονίας ολόκληρων οικογενειών στα σπίτια τους, συχνά παιδιών μπροστά στα μάτια των γονιών τους και γονιών μπροστά στα μάτια των παιδιών τους, μιας σειράς γκανγκστερικών ενεργειών που οι δράστες τους κατά βάθος απολαμβάνουν καθώς σπεύδουν περήφανα να ανεβάσουν βίντεο από τα ειδεχθή εγκλήματά τους, θα μπορούσε να γράψει τόσο άκαρδες και ανάλγητες φράσεις. Όμως ο Μπάρτοβ δεν είναι ο πρώτος που κατηγορεί τους Εβραίους ότι ασχολούνται σε υπερβολικό βαθμό με τις δολοφονίες των ομοθρήσκων τους.
Ο Μπάρτοβ προδίδει την επιστήμη της Ιστορίας, κάτι που φαίνεται καθαρά από την έλλειψη τεκμηρίωσης και αιτιώδους συλλογισμού. Αναφέρεται στις «γενοκτονικές προθέσεις που εκφράστηκαν ανοιχτά από Ισραηλινούς πολιτικούς και ανώτερους στρατιωτικούς αξιωματούχους» σαν να επρόκειτο για αποδεδειγμένο γεγονός. Πουθενά στο βιβλίο του δεν αναλύει λεπτομερώς τις ισραηλινές στρατιωτικές επιχειρήσεις, τις μάχες για συγκεκριμένες πόλεις ή περιοχές στη Γάζα ή το πώς ενήργησαν οι ισραηλινές στρατιωτικές μονάδες. Ισχυρίζεται ωστόσο ότι «το μοτίβο των επιχειρήσεων του Ισραηλινού Στρατού» στη Γάζα, το οποίο ο ίδιος δεν έχει εξετάσει, τον οδηγεί στο συμπέρασμα «ότι αυτές οι [γενοκτονικές] προθέσεις έγιναν πράξη». Οι επιθέσεις σε μη στρατιωτικές υποδομές, νοσοκομεία, σχολεία, παροχές ύδρευσης και δίκτυα ηλεκτροδότησης «ξεπέρασαν κατά πολύ την στρατιωτική αναγκαιότητα. … Όλα αυτά δεν ήταν τυχαία, αλλά μέρος μιας στρατηγικής με στόχο την καταστροφή της Γάζας ως βιώσιμου χώρου για τους Παλαιστίνιους. Ακόμα και αν δεν υπήρχε επίσημη διαταγή για γενοκτονία, η στρατιωτική λογική δείχνει ότι η γενοκτονία ήταν το αποτέλεσμα». Δεν αποτελούσε «πλέον σύμπτωση» αλλά ήταν «μια πολιτική επιλογή που εφαρμόστηκε σκόπιμα» (σσ. 293-294).
Ο Μπάρτοβ δεν καταφέρνει να αποδείξει ότι διαπράχθηκε γενοκτονία, αλλά –ακόμη κι αν υποτεθεί αυτό– δεν προσκομίζει στοιχεία ή μια αιτιώδη ερμηνεία της ως «πολιτικής επιλογής που εφαρμόστηκε σκόπιμα». Και αυτό είναι ένα σοκαριστικό συμπέρασμα για έναν ιστορικό της ναζιστικής Γερμανίας. Όπως γνωρίζουν πολύ καλά οι αναγνώστες που είναι εξοικειωμένοι με τα έργα των Γεούντα Μπάουερ, Ρίτσαρντ Μπράιτμαν, Κρίστοφερ Μπράουνινγκ, Λούσι Νταβίντοβιτς, Ραούλ Χίλμπεργκ, Σαούλ Φριντλέντερ, Ίαν Κέρσο, Πέτερ Λόνγκεριχ και πολλών άλλων, για να θεμελιωθούν οι αιτιώδεις σχέσεις ανάμεσα στην χιτλερική ιδεολογία και τη λήψη αποφάσεων που οδήγησε στην Τελική Λύση έχουν απαιτηθεί χιλιάδες σελίδες μελετών, δεκάδες χιλιάδες υποσημειώσεις, χρόνια αρχειακής έρευνας, προσεκτική εξέταση των ημερομηνιών και της αλληλουχίας των οδηγιών, των συναντήσεων και των διαταγών προς τα Τάγματα Θανάτου, καθώς και της κατασκευής και λειτουργίας των στρατοπέδων θανάτου. Ο Μπάρτοβ όμως, χωρίς πρόσβαση σε αρχεία του Ισραήλ και χωρίς να έχει μελετήσει εις βάθος τα δημόσια αρχεία που αφορούν τις αποφάσεις του Ισραηλινού κράτους, καταλήγει στο ότι υπάρχει μια «πολιτική επιλογή που εφαρμόστηκε σκόπιμα». Δεν υπάρχει κανένας λόγος να ληφθεί σοβαρά υπόψη τέτοιο συμπέρασμα. Και σε αυτό το σημείο, ο Μπάρτοβ έχει εγκαταλείψει την ιστορική επιστήμη προς όφελος της πολεμικής.
Ο Μπάρτοβ σε ρόλο οργισμένου επικριτή καταλήγει σε μια κατηγορία συλλογικής ενοχής εις βάρος των Ισραηλινών. «Πώς», αναρωτιέται, «πώς θα αποδεχθούμε την ολοκληρωτική καταστροφή της Γάζας; Θα λογοδοτήσει ποτέ το Ισραήλ ενώπιον της δικαιοσύνης για τις γενοκτονικές του πράξεις;» (σ. 306). Η μακροπρόθεσμη συνέπεια «αυτής της παρωδίας μπορεί, ωστόσο, να είναι ότι η γενοκτονία στη Γάζα θα απαλλάξει τελικά το Ισραήλ από την ιδιότητά του ως μοναδικού κράτους που έχει τις ρίζες του σε ένα μοναδικό Ολοκαύτωμα». Η «ασυλία την οποία το Ισραήλ, ως γη των θυμάτων, απολαμβάνει και εκμεταλλεύεται εδώ και χρόνια ίσως οδεύει προς το τέλος της. Οι γιοι και κόρες της επόμενης γενιάς θα είναι ελεύθεροι να αναστοχαστούν τη ζωή και το μέλλον τους, πέρα από τη μνήμη του Ολοκαυτώματος. Θα πρέπει όμως επίσης να πληρώσουν για τις αμαρτίες των γονέων τους και να επωμιστούν το βάρος της γενοκτονίας που διαπράχθηκε στο όνομά τους» (σ. 309).
Έχοντας λοιπόν γράψει ένα βιβλίο γεμάτο ανυπόστατες κατηγορίες, ο Μπάρτοβ παριστάνει τον δικαστή και τον ένορκο, κηρύσσοντας ένοχο τον κατηγορούμενο. Το Ισραήλ «δεν θα είναι βιώσιμο», θα μετατραπεί σε ένα «κράτος-παρία,… απομονωμένο από τους συμμάχους του και την εβραϊκή διασπορά» και τελικά «το ισραηλινό απαρτχάιντ θα καταρρεύσει εκ των έσω, όπως συνέβη στη Νότια Αφρική υπό την πίεση μαζικών διαμαρτυριών, βίας, εμπάργκο όπλων και οικονομικών κυρώσεων από τη διεθνή κοινότητα» (σ. 313). Η εναλλακτική λύση σε αυτό είναι η αντικατάσταση του υφιστάμενου κράτους του Ισραήλ με κάποια μορφή συνομοσπονδίας Ισραηλινών και Παλαιστινίων που θα αντικαταστήσει το σιωνιστικό εγχείρημα.
Ο Μπάρτοβ έχει γράψει ένα βιβλίο που συνδυάζει την έλλειψη αποδείξεων και πειστικών αιτιωδών επιχειρημάτων με ένα ύφος γραφής που πιθανώς προκαλεί το ενδιαφέρον δημοσιογράφων, πολιτικών ακτιβιστών, ακόμη και επιστημόνων, οι οποίοι είναι διατεθειμένοι να διαβάσουν έναν ιστορικό του Ολοκαυτώματος, γεννημένο στο Ισραήλ, ο οποίος αναπτύσσει με αρκετή ευγλωττία τις εχθρικές απόψεις τους όχι μόνο για το Κράτος του Ισραήλ αλλά και για τους Ισραηλινούς ως λαό. Το ερώτημα εδώ δεν είναι αν ο Μπάρτοβ είναι αντισημίτης, παρότι είναι σαφές ότι απορρίπτει πλήρως τον Σιωνισμό, αλλά κατά πόσον τα επιχειρήματα που προβάλλει στο βιβλίο του, Ισραήλ: Τι πήγε λάθος; αληθεύουν ή όχι. Και, στην περίπτωση που δεν αληθεύουν, εάν το βιβλίο ανακυκλώνει και παρουσιάζει με πολύ επιδέξιο τρόπο την πιο παλιά και ανθεκτική στον χρόνο κατηγορία εναντίον των Εβραίων, στην οποία στηρίζεται η αντισημιτική ιδεολογία: ότι δηλαδή οι Εβραίοι, από την εποχή της Σταύρωσης και τις αναφορές του Κορανίου για Εβραίους που σκοτώνουν τους προφήτες, μέχρι τις συκοφαντίες του αίματος και τις σύγχρονες θεωρίες συνωμοσίας που τους θεωρούν υπεύθυνους για πολέμους, είναι ένας λαός ο οποίος λόγω συνήθειας, παράδοσης και χαρακτήρα, έχει μια μοναδική ροπή προς τη δολοφονία αθώων. Η λασπολογία αυτή ήταν για αιώνες κεντρικό στοιχείο των αντιεβραϊκών διώξεων και κορυφώθηκε με το Ολοκαύτωμα, όταν οι Ναζί διέδωσαν την ιδέα ότι ο διεθνής Εβραϊσμός έχει βάλει στόχο την «εξόντωση» του γερμανικού λαού.
Η κατηγορία της γενοκτονίας που διατυπώνεται εναντίον του Κράτους του Ισραήλ θα πρέπει να γίνει κατανοητή μέσα στο πλαίσιο της μακράς ιστορίας αντισημιτικών λιβέλων. Όπως και οι συκοφαντικοί ισχυρισμοί του παρελθόντος, ξεκινά από προτάσεις που υποστηρίζονται από ελάχιστα στοιχεία ή καθόλου και τις μετατρέπει σε πυλώνες πίστης και ακλόνητες πεποιθήσεις. Το πρόβλημα με το επιχείρημα του Μπάρτοβ δεν είναι ότι είναι λάθος επειδή είναι αντισημιτικό· είναι λάθος επειδή είναι ψευδές. Ωστόσο, η επαναλαμβανόμενη αναπαραγωγή τέτοιων ψευδών ειδήσεων εναντίον των Εβραίων –και τώρα εναντίον του Ισραήλ– τροφοδοτεί αναπόφευκτα τον αντισημιτισμό, μεγαλώνοντας διεθνώς το μίσος κατά των Εβραίων και την ήδη αυξανόμενη εχθρότητα προς το Ισραήλ.
Το βιβλίο του Μπάρτοβ ίσως υποβοηθήσει την ήδη ανερχόμενη τάση να νομιμοποιηθεί το μίσος εναντίον του Ισραήλ στις αίθουσες διδασκαλίας, στις αίθουσες σύνταξης, στις δεξαμενές σκέψης και σε πολλά πολιτικά κόμματα. Ελπίζω ότι στην περίπτωση αυτή η στρατηγική του να εκμεταλλεύεται το επιστημονικό κύρος που είχε αποκτήσει σε άλλον ερευνητικό τομέα θα αποτύχει και ότι οι πιο απαιτητικοί αναγνώστες θα αναρωτηθούν «τι πήγε λάθος με τον Ομέρ Μπάρτοβ;». Το βιβλίο δεν στέκεται στο ύψος των απαιτήσεων που έχουμε από επαγγελματίες ιστορικούς ή από έναν διακεκριμένο εκδοτικό οίκο όπως ο Farrar, Straus and Giroux. Παρ’ όλα αυτά, οι πρώτες αντιδράσεις δείχνουν ότι μπορεί να βρει απήχηση ως πολεμική και να σημειώσει εμπορική επιτυχία. Το ότι το βιβλίο δεν πληροί τις αναμενόμενες επιστημονικές προϋποθέσεις δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να επηρεάσει τη διεθνή εκστρατεία υπονόμευσης της νομιμότητας του κράτους του Ισραήλ. Αν συμβεί αυτό, δεν θα είναι η πρώτη φορά που ένα πολύ κακό βιβλίο έχει τεράστιο αντίκτυπο στην κοινή γνώμη και στην ακαδημαϊκή κοινότητα.
© 2026 JEFFREY HERF
— Μετάφραση: Νατάσα Μωράκη
Επιμέλεια: Μιμή Βασιλάκη
Δημοσιεύθηκε στην ηλεκτρονική έκδοση του Israel Journal of Foreign Affairs, 28 Ιουνίου 2026. Βλ. https://tinyurl.com/2vvndxjx Ευχαριστούμε θερμά τον καθηγητή Χερφ ο οποίος μας έστειλε το δοκίμιό του.
Απαραίτητες διευκρινίσεις: Τα αποσπάσματα που χρησιμοποιεί ο καθηγητής Τζέφρι Χερφ (όπως και ο Μπένι Μόρις στο επόμενο δοκίμιο) είναι φυσικά από το αγγλικό πρωτότυπο του βιβλίου του Μπάρτοβ. Ωστόσο οι αριθμοί σελίδων εδώ παραπέμπουν τον αναγνώστη σε εκείνες της ελληνικής έκδοσης, παρότι προτιμήσαμε δική μας απόδοση, καθώς δεν θα υιοθετούσαμε διάφορες μεταφραστικές επιλογές, όπως λ.χ. «σοακεντρικός», «ολοκαυτισμός», «εθνονασιοναλισμός» και πάσης φύσεως σολοικισμό. Κάτι πήγε λάθος, και με τον Μπάρτοβ, και με τη μετάφρασή του, και με τις «αποκαλύψεις» θεωρίας συνωμοσίας ελληνικής επινοήσεως στο προπαγανδιστικό πόνημα του Μπάρτοβ, όπως: το βιβλίο είχε γραφτεί όταν ξεκίνησε το 2026 «ο πρώτος ουσιαστικά πόλεμος με Τεχνητή Νοημοσύνη [εναντίον του Ιράν]. Ο πόλεμος αυτός δείχνει από μόνος του ότι η επίθεση του Ισραήλ εναντίον της Γάζας [το 2023] δεν ήταν μια απλή και δικαιολογημένη απάντηση…».
Ο καθηγητής Χερφ είχε επικρίνει ακριβώς πριν από ένα χρόνο το εκτενές προπαγανδιστικό κείμενο του Μπάρτοβ “I’m a Genocide Scholar. I Know It When I See It” (New York Times, 15.7.2025), για το οποίο διέθεσε ένα δισέλιδο η Καθημερινή της Κυριακής 27.7.2025. Βλ. την κριτική του Τζέφρι Χερφ, «Η κατηγορία της γενοκτονίας και η απάλειψη της ευθύνης της Χαμάς», The Athens Review of Books, τχ. 174, Ιούλιος-Αύγουστος 2025, διαθέσιμη στο https://tinyurl.com/2jbd27dc
Εκεί όμως που, κατά τη γνώμη μου, η Προπαγάνδα του Μπάρτοβ φτάνει σε σημείο εξτρεμιστικού μένους είναι όταν δέχεται (σσ. 201-202) τον ισχυρισμό των τρομοκρατών της Χαμάς, ότι οι τρεις όμηροι, το εννιά μηνών μωρό Κφιρ Μπίμπας, ο τετράχρονος αδελφός του Άριελ και η μητέρα τους Σίρι, σκοτώθηκαν δήθεν από Ισραηλινούς βομβαρδισμούς τον Νοέμβριο 2023. Ως τότε οι ανθρωπιστές της Χαμάς σε ρόλο νταντάδων του άλλαζαν πάνες και κρατούσαν μπιμπερό να θηλάζει το μωρό. Μόνο ένας Μπάρτοβ θα ισχυριζόταν κάτι τέτοιο: το πιθανότερο είναι ότι τον πρώτο όμηρο που εξόντωσαν οι ισλαμιστές γενοκτόνοι ήταν ο Κφιρ, διότι τα μωρά δεν σταματάνε να κλαίνε ακόμη και υπό την απειλή όπλων. Ήταν ο πιο ενοχλητικός όμηρος και μάλλον το κλάμα του θα βοηθούσε τις ΙDF στον εντοπισμό τους. Η αλήθεια που απορρίπτει ο Μπάρτοβ είναι ότι τον εξόντωσαν με τα ίδια τους τα χέρια. Μάλιστα δεν βρέθηκαν ίχνη τραυμάτων στις τρεις σορούς που να προκλήθηκαν από βομβαρδισμό, όπως αποφάνθηκε ο διευθυντής της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας του Ισραήλ.
Μανώλης Βασιλάκης
[1] Τα πιο σημαντικά είναι: Anatomy of a Genocide: The Life and Death of a Town Called Buczacz (New York, 2018)· War in a Jewish Borderland: Occupations and Identities in Eastern Galicia, 1914–1918 (Bloomington, 2007)· Germany’s War and the Holocaust: Disputed Histories (Ithaca, 2003)· Murder in Our Midst: The Holocaust, Industrial Killing, and Representation (New York, 1996)· Hitler’s Army: Soldiers, Nazis, and War in the Third Reich (New York, 1992).
[2] Σημ. ARB: Οι παραπομπές γίνονται στην ελληνική έκδοση, παρ’ όλο που οι μεταφράσεις των αποσπασμάτων είναι δικές μας.
[3] Διακομματική Κοινοβουλευτική Ομάδα της Βρετανίας για το Ισραήλ, με προεδρεύοντα τον Λόρδο Άντριου Ρόμπερτς, 7 October Parliamentary Commission Report (Λονδίνο, Μάρτιος 2025), https://tinyurl.com/3kzd52cn και Διακομματική Κοινοβουλευτική Ομάδα της Βρετανίας για το Ισραήλ, με προεδρεύοντα τον Λόρδο Άντριου Ρόμπερτς, The Second Edition, 7 October Parliamentary Commission Report (Λονδίνο, Μάρτιος 2026), https://tinyurl.com/5sdk5vcf.
[4] Σημ. ARB: Μεταφρασμένο και σχολιασμένο, βλ. «Το Mein Kampf της Χαμάς», τχ. 158, Φεβρ. 2024.
[5] Michael Milshtein, “The Nazis had the SS, Hamas has the Nukhba: Sinwar’s diabolical unit”, Ynet Global, 27 Απριλίου 2024.
[6] Omer Bartov, The New Republic, “He Meant What He Said: Did Hitlerism die with Hitler”, The New Republic, 2 Φεβρουαρίου 2004. https://tinyurl.com/5n68fuab
[7] Norman Goda and Jeffrey Herf, “Why it’s wrong to call Israel’s war in Gaza a ‘genocide’”, The Washington Post, 3 Ιουνίου 2025. https://tinyurl.com/y4zd8srk
[8] Steven Erlanger and Fares Akram, “Israel Warns Gaza Targets by Phone and Leaflet”, The New York Times, 8 Ιουλίου 2014. https://tinyurl.com/ekznkkjp
[9] Andrew Fox and Salo Aisenberg, Hamas Human Shields Strategy in Gaza, Απρίλιος 2025, Henry Jackson Societey, Centre for a New Middle East, https://tinyurl.com/2v2e2n8c· James Pamment, et al., Hybrid Threats: Hamas Use of Human Shields in Gaza, 6 Ιουνίου 2019, NATO Strategic Communications Centre of Excellence, https://tinyurl.com/mvtxevw6· Douglas Feith, “Hamas Strategy of Human Sacrifice,” The Free Press, 16 Οκτωβρίου 2023, https://tinyurl.com/2d85k98y.
[10] Κάποιοι πανηγύριζαν ανοιχτά υπέρ του πολέμου της Χαμάς. Βλ. Jeffrey Herf, «Άνοιξη για τον Σινουάρ. Παρατηρήσεις για την Αριστερά που τάσσεται υπέρ της Χαμάς και το ιστορικό της», The Athens Review of Books, τχ. 161, Μάιος 2024, διαθέσιμο στο https://tinyurl.com/3wwk55mk
[11] Για τη συμβολή του σε αυτή την έννοια, βλ. Yehuda Bauer, “Liberals, Illiberals, and Waverers: The Struggle of Our Time”, Israel Journal of Foreign Affairs, XV:2 (2021), 245–55, · όπως επίσης Dina Porat and Mark Weitzman, “Yehuda Bauer and the International Holocaust Remembrance Alliance IIHRA)”, Journal of Holocaust Research XXXVI (2022), 24–29:.
[12] American Jewish Committee, “Adoption of the Working Definition,” https://tinyurl.com/57382j3s. Έως τον Ιούλιο του 2025, στην πλήρη λίστα των χωρών που υιοθέτησαν τον ορισμό του IHRA περιλαμβάνονταν οι: Αλβανία, Αργεντινή, Αργεντινή, Αυστραλία, Αυστρία, Βέλγιο, Βοσνία, Βουλγαρία, Καναδάς, Κολομβία, Κόστα Ρίκα, Κροατία, Κύπρος, Δημοκρατία της Τσεχίας, Δανία, Εσθονία, Φινλανδία, Γαλλία, Γερμανία, Ελλάδα, Γουατεμάλα, Ουγγαρία, Ιρλανδία, Ισραήλ, Ιταλία, Κόσοβο, Λετονία, Λιθουανία, Λουξεμβούργο, Μολδαβία, Ολλανδία, Βόρεια Μακεδονία, Παναμάς, Φιλιππίνες, Πολωνία, Πορτογαλία, Ρουμανία, Σερβία, Σλοβακία, Σλοβενία, Νότια Κορέα, Ισπανία, Σουηδία, Ελβετία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ηνωμένες Πολιτείες και Ουρουγουάη.
[13] Το 2000 ο Ισραηλινός Πρωθυπουργός Εχούντ Μπάρακ συμφώνησε να αποδεχθεί ένα παλαιστινιακό κράτος που θα κάλυπτε το 90% έως 95% της Δυτικής Όχθης και το 100% της Γάζας, με τμήμα της Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσα. Ο Γιάσερ Αραφάτ, πρόεδρος της Παλαιστινιακής Αρχής, απέρριψε την πρόταση. Για το συγκεκριμένο γεγονός καθώς και για προηγούμενες απορρίψεις από πλευράς των Παλαιστινίων, βλ. Benny Morris, One State, Two States: Resolving the Israel/Palestine Conflict (New Haven, 2009). Για το ζήτημα του δικαιώματος επιστροφής, βλ. Adi Schwartz and Einat Wilf, The War of Return: How Western Indulgence of the Palestinian Dream has Obstructed the Path to Peace (Νέα Υόρκη, 2020).
[14] Από την εκτενή και διαρκώς αυξανόμενη βιβλιογραφία, βλ. για παράδειγμα Anne Applebaum, Iron Curtain: The Crushing of Eastern Europe (New York, 2012)· Jonathan Brent, Stalin’s Last Crime: The Plot against the Jewish Doctors (New York 2012)· Jeffrey Herf, Undeclared Wars with Israel: East Germany and the West German Far Left, 1967–1989 (Cambridge, 2016)· και πρόσφατα άρθρα της Izabella Taborvosky μεταξύ των οποίων “The Language of Soviet Propaganda,” Quillette, 11 Ιανουαρίου 2024, https://tinyurl.com/ypcbzxdr. Βλ. επίσης Robert Wistrich, “The Anti-Zionist Mythology of the Left” Israel Journal of Foreign Affairs, IX:2 (2015), 189-201, https://tinyurl.com/ypuc38hj.
[15] Σχετικά με αυτό, βλ. το βιβλίο μου Israel’s Moment: International Support for and Opposition to Establishing the State of Israel, 1945–1949 (Cambridge, 2022).
[16] Βλ, ως παράδειγμα, Gunther Jikeli, “Memory and Displacement. Syrian-Kurdish Refugees Navigating the Middle East, Israel, and the Holocaust,” Ethnicities, XXV:2 (October 1, 2024), 255–74, https://tinyurl.com/33h82suy, και του ιδίου μαζί με Joëlle Allouche-Benayoun, Perceptions of the Holocaust in Europe and Muslim Communities. Sources, Comparisons and Educational Challenges (Dordrecht, 2013).
[17] Βλ., ως παράδειγμα, Paul Berman, Terror and Liberalism (New York: 2004)· Jeffrey Herf, Nazi Propaganda for the Arab World (New Haven, 2009)· Matthias Küntzel, Jihad and Jew-Hatred: Nazism, Islamism and the Roots of 9–11 (New York, 2007)· Bassam Tibi, Islamism and Islam (New Haven, 2012).
[18] Βλ. συγκεκριμένα Jonathan Boxman, Jonathan Braverman, Yagil Henkin, and Danny Orbach, Debunking the Genocide Allegations: A Reexamination of the Israel-Hamas War από 7 Οκτωβρίου 2023 έως 1 Ιουνίου 2025, https://tinyurl.com/387a4kb5.
[19] “Opening Statement of the MFA [Israel Ministry of Foreign Affairs] Legal Adviser Dr. Tal Becker at the International Court of Justice Proceedings”, (29 Δεκεμβρίου 2023), https://tinyurl.com/yhaczzrd.

